ἄμυλος

ἄμυλος
Grammatical information: m.
Meaning: `cake of fine meal' (Ar.), ἄμυλον n. `starch' (Dsc.).
Derivatives: ἀμυλιδωτόν `kind of chiton' (starched?) (Hermipp.); formation like ἁλυσιδωτός, χειριδωτός (Schwyzer 503 : 4, Chantr. Form. 305).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: Starch is made from `unground' grain, so from μύλη (cf. ἄμυλον στερρόν, ἄκλαστον EM), with negative ἀ-. However, we expect `unground', not `having no mill'; it seems rather doubtful that this expression would become the normal expression for `starch'. Lat. loan word amulum \> Fr. amidon.
Page in Frisk: 1,97

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άμυλος — ἄμυλος, ον (Α) 1. αυτός που δεν αλέστηκε σε μύλο 2. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) ὁ ἀμυλος ή τὸ ἄμυλον α) πίτα από λεπτό αλεύρι β) πολτώδες παρασκεύασμα που τρώγεται, κουρκούτι 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἄμυλον βλ. άμυλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερ. + μύλη… …   Dictionary of Greek

  • ἄμυλος — not ground at the mill masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμυλον — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem acc sg ἄμυλος not ground at the mill neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοιο — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοις — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοισι — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλοισιν — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλου — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλους — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλων — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμύλῳ — ἄμυλος not ground at the mill masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.